θέρμασμα


θέρμασμα
το (Α θέρμασμα) [θερμαίνω]
θερμό κατάπλασμα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • θέρμασμα — warm fomentation neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θερμασμάτων — θέρμασμα warm fomentation neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θερμάσμασι — θέρμασμα warm fomentation neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θερμάσμασιν — θέρμασμα warm fomentation neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θερμάσματα — θέρμασμα warm fomentation neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θερμάσματι — θέρμασμα warm fomentation neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θερμάσματ' — θερμάσματα , θέρμασμα warm fomentation neut nom/voc/acc pl θερμάσματι , θέρμασμα warm fomentation neut dat sg θερμάσματε , θέρμασμα warm fomentation neut nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θερμαίνω — (ΑΜ θερμαίνω) 1. κάνω θερμό κάτι, ζεσταίνω (α. «θερμαίνω νερό» β. «ἥλιος θερμαίνων χθόνα», Ευρ.) 2. ενισχύω, εμψυχώνω (α. «τόν θέρμανε η συζήτηση». β. «θερμαίνει φιλότατι νόον», Πίνδ.) 3. παθ. θερμαίνομαι α) είμαι ή γίνομαι θερμός, προσλαμβάνω… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.